"Τα μάτια ενός ζώου έχουν την ικανότητα να μίλουν μια σπουδαία γλώσσα"

Martin Buber 1878 - 1965

Καθώς Κατηφόριζα

60493Καθώς κατηφόριζα το δρόμο με προσήλωση δεν τον είχα δει,
ξαφνικά φανερώθηκε μπροστά μου,
τρόμαξα στη θέα του, κρατούσε ένα ρόπαλο,
σαν κι αυτά που κρατούν οι μπάτσοι στις διαδηλώσεις.
Σταμάτησα κι άρχισα να κουνάω εκνευρισμένος την ουρά μου
αυτός με αγριοκοίταξε «φύγε από εδώ κοπρίτη!» φώναξε,
έδωσα τόπο στην οργή και πήγα να προσπεράσω
και τότε ήταν που το ένιωσα, ζαλίστηκα, παραπατούσα,
το αίμα άρχισε να τρέχει από το στόμα, τη μύτη και τ΄ αυτιά μου.
Προσπάθησα να συρθώ λίγο πιο κάτω, λίγο πιο απόμερα,
ενώ στη σκέψη μου στριφογυρνούσε το γιατί?


Μπήκα απερίσκεπτα στην εσοχή της εισόδου μιας πολυκατοικίας,
τουλάχιστον εκεί δεν είχε ήλιο, κουταμάρα μου,
πάλευα με τη γλώσσα μου να ξεπλύνω τα αίματα,
ενώ τα μάτια μου είχαν θολώσει με δάκρυα ίσως και αίμα.
Προσπάθησα να θυμηθώ την «αμαρτία» μου,
τι είχα κάνει και το άξιζα αυτό?
Γαύγισα? Δάγκωσα? Ζητιάνεψα?
Όσο κι αν πεινούσα κρατούσα την αξιοπρέπειά μου,
όσο κι αν διψούσα παρακαλούσα να βρέξει,
-που τέτοια τύχη στο κατακαλόκαιρο της Αθήνας των 40 βαθμών-
ή παραφυλούσα μπας και κάποιος πετάξει ένα άδειο μπουκάλι,
δεν μπορεί, κάποια σταγόνα θα είχε ξεμείνει,
έστω να δροσίσω με αυτήν τη γλώσσα μου.
Με πήρε για λίγο ο ύπνος κι ονειρεύτηκα,
Ναι! Ονειρεύτηκα την μανούλα μου,
τη ζεστή αγκαλιά της, τα τρυφερά χάδια της,
πως μ΄ έγλυφε να με παίξει
και πως με νανούριζε με το γουργουρητό της.
Και το στήθος της όλη η χαρά του κόσμου, έπινα γάλα και δεν χόρταινα.
Ουστ από εδώ κοπρίτη! Με ξύπνησε μια άγρια γυναικεία φωνή.
Μαγάρισες την είσοδό μας, πω πω πω αίματα... βρωμόσκυλο.
Βρωμόσκυλο? Εγώ? Σκυλοθεέ μου τι δυνατή κλωτσιά ήταν αυτή!
Έσκουξα και προσπάθησα να σύρω τα αδύναμα πόδια μου,
έβλεπα θαμπά, δεν ήξερα κατά που να πάω, άκουγα βήματα,
αλλά κανένα δεν σταματούσε να με προσέξει.
Για μια στιγμή κάποια βήματα επιβράδυναν το ρυθμό τους,
«το κακόμοιρο» άκουσα μια φωνή, «που να χτύπησε άραγε?»
Κι ύστερα απομακρύνθηκαν...
Συνάντησα μπροστά μου μια κολώνα κι έγειρα λίγο τη πλάτη μου,
Πονούσα, πονούσα παντού και το αίμα συνέχιζε να τρέχει από το στόμα μου.
Ξαφνικά θυμήθηκα τα λόγια της γυναίκας «Βρωμόσκυλο».
Βρωμόσκυλο εγώ? Που αν ξετρυπώσω πηγή ή λάστιχο
ολόκληρος χώνομαι από κάτω, λούζομαι κι ύστερα τινάζομαι,
λαμπυρίζει η τρίχα μου στου ήλιου το φως.
Μια φορά σε μια βιτρίνα υπήρχε ένας καθρέφτης,
κοιτάχτηκα και θαμπώθηκα από την όψη μου!
Τι κούκλος! Ήταν βέβαια στις πρώτες ημέρες της ορφάνιας μου.
Από τότε περιπλανήθηκα αρκετά... αν είμαι σε τυχερή ημέρα
όλο και κάποιος θα μου πετάξει ένα ξεροκόμματο,
αν πάλι όχι, μπορεί να μην φάω για μια βδομάδα.
Την πείνα την αντέχω, αλλά την δίψα δεν την υποφέρω.
Όταν δεν αντέχω άλλο πια, τραβάω κατά κείνη τη πλατεία,
εκεί που συχνάζουν «οι άλλοι», άκουσα να τους φωνάζουν
αλήτες, πρεζόνια και κλέφτες.
Δεν ξέρω τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις, όμως ξέρω,
πως εκεί θα βρω νερό σίγουρα κι αν κάποιος είναι «ξενέρωτος»,
ίσως και ένα χάδι.
Έχω πέσει σε λήθαργο, δεν καταλαβαίνω τι γίνεται γύρω μου,
αλλά την μαγκούρα την ένιωσα και τότε ήταν που κουτσάθηκα.
Κι αυτή η αγριοφωνάρα «Φύγε από τη γειτονιά μου, κοπρίτη» ξεφώνησε,
«θα μολύνεις την κορούλα μου». Αχ! Τι όμορφη που είναι η κορούλα της!
Φρεσκοκουρεμένη, με ροζ φιογκάκια στα αυτάκια της,
φουντωτή η ουρίτσα της στην άκρη κι ένα περιλαίμιο τρέλα!
Γύρισε και με κοίταξε με ναζιάρικο βλέμμα,
προσπάθησα να γαυγίσω, αλλά μάταια,
μια αποκρουστική βραχνάδα έβγαινε από το στόμα μου.
Ντράπηκα, γύρισα την πλάτη κι άρχισα ν΄ απομακρύνομαι,
σέρνοντας το κουτσό πόδι μου.
Η σκυλίτσα κλαψούρισε για λίγο,
αλλά η κυρά της την πήρε αγκαλιά και απομακρύνθηκαν.
Άραγε θα με σκέφτεται αναρωτήθηκα!
Με την σκέψη μου στη σκυλίτσα
Προσπάθησα να περάσω τον δρόμο –είχα δει απέναντι λίγη σκιά-
για ν΄ αράξω λίγο και να συμμαζέψω τα νέα αίματα.
Ωχ! Τι πόνος αβάσταχτος ήταν αυτός! Η ουρά μου, που είναι η ουρά μου?
Καθώς διέσχιζα το δρόμο, έν΄ αυτοκίνητο σύρθηκε πάνω από την ουρά μου,
λιώμα έγινε, ίσα μια πετσούλα την συγκρατούσε επάνω μου.
Πονούσα φρικτά, έσερνα το κουτσό πόδι μου και την λιωμένη ουρά μου.
Πώς να φτάσω απέναντι, εκεί ο λίγος ίσκιος παράδεισος στην κάψα της ημέρας.
Δίχως φαΐ, δίχως νερό, αιμορραγώντας από στόμα, μύτη και αυτιά,
με κουτσό πόδι και λιωμένη ουρά είχα εξαντληθεί.
Ήθελα να κάνω εμετό αλλά κρατιόμουν μη λερώσω το πεζοδρόμιο,
ήθελα να ουρήσω αλλά κρατιόμουν μη με πουν βρωμιάρη,
ήθελα μια σταγόνα νερό να αντέξω...
Άρχισα να χάνω τις αισθήσεις μου...
Σκυλοθεέ μου σ΄ ευχαριστώ! Μου έστειλες τον σκυλοάγγελό σου!
Μου άνοιξε τις φτερούγες του, με αγκαλιάζει,
τι χάδια είναι αυτά!
Από τον καιρό που ήμουν στην αγκαλιά της μανούλας μου έχω να τα νιώσω!
Δροσιά, δροσιά, που βρέθηκε τόσο νερό, πηγές δροσίζουν τη γλώσσα και το λαιμό μου.
Όχι δεν μπορώ να φάω. Σκυλοθεέ πες στον άγγελό σου να μην με ταΐζει, δεν μπορώ να φάω.
Μου καθαρίζει τα αίματα με ένα υγρό πανάκι, προσέχοντας,
να μην αγγίξει την λιωμένη ουρά και το σπασμένο πόδι.
Προσπαθώ με πολύ κόπο ν΄ ανοίξω τα μάτια μου,
καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, καταφέρνω με την άκρη της γλώσσας μου,
ν΄ αγγίξω τα χέρια του αγγέλου μου, να τον ευχαριστήσω.
Δυο ζωηρά ματάκια βουρκωμένα, ένα μικρό κορμάκι, δυο απαλά χεράκια,
ένα παιδί κάθεται δίπλα μου κατάχαμα και με περιποιείται.
Δίπλα του ένας μεγάλος, προσπαθεί κι αυτός να με συνεφέρει.
Δεν μπορώ να κουνηθώ... σβήνω...
ίσα που άγγιξα με τη γλώσσα μου, τα χέρια του αγγέλου.
Ως την τελευταία στιγμή τον άκουγα,
«μπαμπά σε παρακαλώ, θέλω να ζήσει».
Καλέ μου άγγελε, ήταν η τελευταία μου σκέψη, σ΄ ευχαριστώ!
Στην τελευταία μου στιγμή... δεν ήμουν μόνος.
Μαίρη Γκαζιάνη

 

Ευχαριστούμε την Μαίρη Γκαζιάνη για το καταπληκτικό κείμενο που μας έστειλε.

 

13/11/2012